Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2018

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ (1905-1972)

Ρεμπέτης, από τους ακρογωνιαίους λίθους της λαϊκής μουσικής.O πατέρας του ρεμπέτικου τραγουδιού; Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ του μουσικού αυτού είδους που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της λαϊκής ελληνικής παράδοσης. Με όποιον τρόπο και να αποκαλέσει κανένας τον Μάρκο Βαμβακάρη, που πέθανε στις 8 Φεβρουάριου του 1972, τότε σίγουρο είναι ότι η τέχνη του συριανού αυτού ποιητή και μουσικού ,όχι μόνο είναι ένα από τα σημαντικότερα δείγματα αυτής της παράδοσης αλλά ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να είναι ζωντανή. μπορεί το ρεμπέτικο τραγούδι να μην υπάρχει πια, να έσβησε όταν ,η αφομοιώθηκε από την κοινωνία ,το είδος του περιθωριακού ανθρώπου που το δημιούργησε και το υπό στήριξε ,όμως η μουσική του Μάρκου Βαμβακάρη δείχνει μια δημιουργία που ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια της απομονωμένης μικροκοινωνίας.

   "Εγεννήθηκα στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων, στην ωραία Σύρα και συγκεκριμένα σε μια φτωχή συνοικία της Άνω Χώρας , ονομαζόμενης Σκαλί το έτος 1905 στις 10 Μαΐου ημέρα Τετάρτη και ώρα τρίτη πρωινή από γονείς πάμφτωχους¨.
Στα 1917 ο Μάρκος έρχεται στον Πειραιά και πεθαίνει στην Κοκκινιά στις 8 Φεβρουαρίου 1972. Στην ιστορία της ζωής του Μάρκου αναγνωρίζουν την ζωή τους οι χιλιάδες των ξεριζωμένων που οι συνθήκες,

Εσωτερικές και εξωτερικές αποδιοργανώνουν τοις βάσεις της κοινωνικής τους ύπαρξης και σπρώχνουν στο περιθώριο και την υποπρολεταριοποίηση. Για τον ίδιο μάλιστα η διαδικασία αυτή έχει συντελεστή πριν από μια τουλάχιστον γενιά δεδομένου προς το περιβάλλον όπου περνά τα πρώτα παιδικά του χρόνια παρουσιάζει έντονα τα σημάδια της αστικής ανάπτυξης και αυτά από τον 19 αιώνα .Ο πατέρας του Μάρκου ποτέ καλαθοπλεχτεις και ποτέ καρβουνιάρης , θα πεθάνει προ ώρα αφήνοντας τη γυναίκα του κι έξη παιδία ,δυο κορίτσια και τέσσερα αγόρια, μέσα στην πιο μαύρη μιζέρια .Η μανά του από τον πρώτο καιρό του γάμου της δουλεύει στις φάμπρικες και αργότερα θα την ακολουθήσει η μεγάλη κόρη της στα δεκαεφτά της χρόνια. Από τα αδέρφια του ο ένας θα τρελαθεί από το χασίσι ,άλλος θα γίνει εγκληματίας.

Ο Μάρκος μπαίνει στη δουλεία από εφτά χρόνων παιδί, αρχικά Σα βοηθός κοντά στην μάνα του στο κλωστήριο Δεληγιάννη στη Σύρα όπου δούλευε τότε .Για λίγο δουλεύει και μαζί με τον πατέρα του στο πλέξιμο καλαθιών όμως πολύ γρήγορα αποκόβεται από τους γονείς του και πέφτει "στα ξένα χέρια".Παραγιός σε μανάβικα ,μπακάλικα, χασάπικα, εφημεριδοπώλης, λουστράκι .Θα περάσει ολόκληρη την παιδική ζωή του μέσα στην περιπλάνηση ,τη ξυπολησιά ,τις κακουχίες ,τις αρρώστιες ,τη σκληρή δουλεία ,την έσχατη ολική εξαθλίωση .Το σχολείο εγκαταλείπεται από την τέταρτη τάξη δημοτικού και την κοινωνικοποίηση της προσωπικότητας του αναλαμβάνει εξ΄ ολοκλήρου ο κόσμος της αλητείας ,της κλοπής , των τυχερών παιχνιδιών και των κακόφημων οίκων της Ερμούπολης, που αυτή την εποχή βρίσκεται σε μεγάλη άνθιση. Χαρακτηριστική είναι η θητεία του μικρού Μάρκου σαν εφημεριδοπώλης στην υπηρεσία κάποιου Ζούλα, τοπικό εκδότη, που είχε κάτω από την εκμετάλλευση του καμιά τριανταριά παιδάκια ανάλογης ηλικίας. Τα έντυνε ομοιόμορφα για διαφημιστικούς σκοπούς και τους παραχωρούσε φαγητό και ύπνο με αντάλλαγμα να δουλεύουν γι’ αυτόν. Το υπνωτήριο εκείνο ήταν σωστό διαφθορείο, άντρο κλεφταράδων και μυστήριων. Έτσι μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον με τις διαρκείς εφόδους της αστυνομίας, το ξύλο απ’ τους αστυφύλακες και τις κλοτσιές και σφαλιάρες απ’ τα αφεντικά και τους μεγάλους, τις απόπειρες ασέλγειας, τη κόπωση από μια δουλεία δώδεκα και δεκατριών ωρών την ημέρα θα σκληρύνει και θα ωριμάσει την προσωπικότητα του μικρού βιοπαλαιστή. Όταν σε ηλικία 13 ετών βρίσκεται λαθρεπιβάτης για τον Πειραιά έχει αφήσει πίσω του είδη μια ζωή.
Εγκαθίσταται αρχικά στα Ταμπούρια και πιάνει δουλεία σαν χαμάλης γαιανθρακεργατης στο λιμάνι. 

Μετά από λίγο θα τον ακολουθήσει και ολόκληρη η οικογένεια. Τα εφηβικά και τα πρώτα νεανικά του χρόνια περνούν μασά σε συνθήκες σκληρότερης δουλειάς, χαμαλίκια στο τελωνείο, ξεφορτωτής κατόπιν στις μαούνες και εκδορέας στα σφαγεία του Πειραιά.

Στα 18 του έκανε τον πρώτο του γάμο. Παντρεύτηκε την Ελένη Μαυρουδή, τη «Ζιγκοάλα» όπως την αποκαλούσε.Εκείνη την εποχή, σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του, άκουσε κατά τύχη τον Νίκο Αϊβαλιώτη να παίζει μπουζούκι, γεγονός που τον συνεπήρε και άλλαξε τη ζωή του. Έτσι άρχισε να μαθαίνει μπουζούκι και να γράφει τα πρώτα του τραγούδια.

Ο Μάρκος είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος του ρεμπέτικου όπως μας παρουσιάζεται διαμορφωμένος την δεκαετία του 30, κυρίως στον Πειραιά. 

Το 1933, έπειτα από την πιεστική παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, ο Μάρκος φωνογράφησε το πρώτο εμπορικά επιτυχημένο τραγούδι με μπουζούκι στην Ελλάδα, το «Καραντουζένι» (ή «Έπρεπε να 'ρχόσουνα ρε μάγκα στο τεκέ μας») ερμηνεύοντάς το ο ίδιος, παρ' όλες τις επιφυλάξεις που είχε για την ποιότητα της φωνής του. Η επιτυχία αυτής της ηχογράφησης σημάδεψε την ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας, αφού έκτοτε ξεκίνησαν πολλοί μεγάλοι συνθέτες του ρεμπέτικου όπως ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Σπύρος Περιστέρης και ο Παναγιώτης Τούντας να κάνουν ηχογραφήσεις συνοδεία λαϊκής ορχήστρας με μπουζούκια.

Μαζί με τον Γιώργο Μπάτη ,τον Ανέστο Δελιά και τον Στρατί Παγιουμτζή σχηματίζουν την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» στο μαγαζί του Σαραντόπουλου στον Πειραιά, που εμφανίζεται το καλοκαίρι του 1934 στην Δραπετσώνα. Άρχισαν να ηχογραφούν μέχρι την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας σε δίσκους 78 στροφών. Απ’ αυτό το σημείο και έπειτα αρχίζει η ηχογράφηση δίσκων στην Ελλάδα. Ο Μάρκος και η κομπανία του θα βοηθήσουν τους υπόλοιπους τραγουδιστές δίνοντας βάσεις για μια καινούργια εποχή τραγουδιού στην Ελλάδα.

Καθιέρωσε για πρώτη φορά την ορχήστρα με μπουζούκια και μπαγλαμάδες, η οποία παραμέρισε την προηγούμενη επιτυχημένη λαϊκή ορχήστρα των σαντουροβιολιών που εμφανιζόταν στην ταβέρνα.

Η περίοδος λίγο πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ίσως η παραγωγικότερή του. Μεταξύ άλλων, το 1935 έγραψε και φωνογράφησε τη «Φραγκοσυριανή» (το γνωστότερο ίσως τραγούδι του, το οποίο όμως έγινε πολύ μεγάλη επιτυχία 25 χρόνια αργότερα με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση). Ο ίδιος αφηγείται για τη δημιουργία του τραγουδιού:

Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ' ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν... Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:

Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μάγια μου 'χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά...
Ούτε και ξέρω πώς την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ' αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή.


Σχετική Βιβλιογραφία

«Μάρκος Βαμβακάρης - Αυτοβιογραφία», της Αγγελικής Βέλλου - Κάιλ. (εκδόσεις «Παπαζήση»)
«Ρεμπέτικη Ανθολογία», του Τάσου Σχορέλη, Τόμος Α'. (εκδόσεις «Πλέθρον»)
«Μάρκος Βαμβακάρης, ο Άγιος Μάγκας», του Μάνου Τσιλιμίδη. (εκδόσεις «Κάκτος»)